|
Στην
μακρόχρονη
ελληνο-ινδική
πολιτιστική
παράδοση, η "Ιστορία
της Ινδικής
Φιλοσοφίας"
του Δημήτρη
Βελισσαρόπουλου
αποτελεί
αναμφισβήτητα
ένα
σημαντικό
σταθμό και
μια
πρωτοποριακή
προσφορά
στην
εμβάθυνση
του
ελληνικού
πνεύματος
γύρω από τον
φιλοσοφικό
πλούτο της
ινδικής
σκέψης.
Αν
και τις
τελευταίες
δεκαετίες,
οι έλληνες
αναγνώστες
έχουν
γνωρίσει
πλήθος νέων
εκδόσεων
που
αναλύουν
εκλεπτυσμένα
φιλοσοφικά
θέματα και
συγκεκριμένες
ανατολικές
παραδόσεις,
το βιβλίο
του Δ.
Βελισσαρόπουλου
συνεχίζει
να αποτελεί
το πλέον
κατάλληλο
και βασικό
εφόδιο
για κάθε
άτομο που
ενδιαφέρεται
να
κατανοήσει
τη δομή και
το νόημα της
ινδικής
φιλοσοφίας
στην όλη
πορεία της
από την
αρχαιότητα
μέχρι
σήμερα.
Ο
συγγραφέας
γεννήθηκε
και
μεγάλωσε
στη Βάρνα
της
Βουλγαρίας
μέσα στο
κοσμοπολίτικο
πνεύμα που
διακρίνει
τον
ελληνισμό
της
διασποράς. Η
συνεχής
προστριβή
και
συναναστροφή
του με
διαφορετικές
πολιτισμικές
κοινότητες
ανέπτυξαν
μέσα του από
πολύ νεαρά
ηλικία τον
φιλοσοφικό
στοχασμό,
ιδιαίτερα
πάνω στις
συντεταγμένες
που
καθορίζουν
την
πολιτιστική
ταυτότητα
του
ανθρώπου. Η
διπλωματική
του καριέρα
τον οδήγησε
αργότερα
στην Ινδία
όπου και
υπηρέτησε
από το 1959
μέχρι το 1963.
Εδώ γνώρισε
για πρώτη
φορά τον
ινδικό
στοχασμό
που τον
εντυπωσίασε
τόσο, ώστε
βάλθηκε να
τον
μελετήσει
συστηματικά.
Καρπός της
μακρόχρονης
μελέτης του
είναι η
παρούσα
εργασία.
Παράλληλα
ρίζωσε μέσα
του, το
ενδιαφέρον
για τη
περαιτέρω
μελέτη των
ανατολικών
πολιτισμών
που είχε ως
αποτέλεσμα
τη συγγραφή
δύο ακόμη
σημαντικών
βιβλίων, της
"Εισαγωγής
στην
Κινεζική
Φιλοσοφία"
και του "Έλληνες
και Ινδοί"
που
δημοσιεύθηκαν
στην Αθήνα
μερικά
χρόνια
αργότερα.
Η
παρουσιαζόμενη
μελέτη
είναι
διαιρεμένη
σε επτά μέρη
και 37
κεφάλαια
που
παρουσιάζουν
μεθοδικά
τις βασικές
σχολές της
ινδικής
φιλοσοφίας
στην όλη
πορεία της
από την
Βεδική
εποχή μέχρι
και τους
κορυφαίους
Ινδούς
φιλοσόφους
της εποχής
μας. Στην
εισαγωγή, ο
συγγραφέας
επεξηγεί
ορισμένα
βασικά
χαρακτηριστικά
της Ινδικής
φιλοσοφίας
κάνοντας
ένα συνεχή
παραλληλισμό
με τις αρχές
που διέπουν
την αρχαία
ελληνική
φιλοσοφία. Η
κριτική του
είναι
ιδιαίτερα
αυστηρή
πάνω στην
γνωσιολογία
της 'Μάγια'
που έχει
υποβαθμίσει
την
εμπειρική
αξία της
ανθρώπινης
προσωπικότητας
και της
κοσμικής
ύπαρξης στο
επίπεδο των
φαινομένων.
Στο πρώτο
μέρος
του
βιβλίου, ο
συγγραφέας
ταξινομεί
τις φάσεις
και την
ιστορία της
πολιτιστικής
ιστορίας
των Ινδών
ενώ
παράλληλα
κάνει
αποδεκτή τη
θεωρία της
εισβολής
των Αρίων
στην Ινδική
χερσόνησο. Η
θεωρία αυτή
που
εκφράστηκε
δημόσια για
πρώτη φορά
από τον William
Jones
κατά την
τελετή
έναρξης της Royal
Asiatic
Society
το 1786 βρήκε
θερμούς
οπαδούς
στους
Ευρωπαϊκούς
ακαδημαϊκούς
κύκλους
αλλά και
μεταξύ
ορισμένων
κορυφαίων
ινδών
ακαδημαϊκών,
όπως ο καθ. S.
Radhakrishnan. Παρ'
όλα αυτά
αντιμετώπισε
αυστηρή
κριτική από
πολλούς
ινδούς
μελετητές
όπως ο Sri
Aurobindo
και ο Bimrao
Ambedkar
που
υποστήριξαν
με
γλωσσολογικές
και
φυλετικές
έρευνες
την
αυτόχθονη
φύση των
βραχμάνων. Η
πλειοψηφία
του
σύγχρονου
ακαδημαϊκού
κόσμου της
Ινδίας
σήμερα έχει
απορρίψει
την θεωρία
του
φυλετικού
αποικισμού
αν και
αποδέχεται
την ύπαρξη
γλωσσολογικών
και
πολιτιστικών
επιρροών
στις φυλές
που
απαρτίζουν
την ινδο-ευρωπαϊκή
οικογένεια.
Στο
δεύτερο
μέρος του
βιβλίου, ο
συγγραφέας
ανατρέχει
στις Βέδες,
τις ρίζες
της
βραχμανικής
παράδοσης
και τα
αρχαιότερα
διασοζόμενα
κείμενα της
ανθρωπότητας,
όπου και
αναλύει
τα στάδια
της
ανάπτυξής
των από τη
τελετουργία
στον έντονο
φιλοσοφικό
προβληματισμό
των
Ουπανισάδ.
Επίσης,
αναφέρεται
στις
Σούτρες,
τους ηθικο-φιλοσοφικούς
κανόνες, με
ιδιαίτερη
έμφαση στις
θεωρίες της
πολιτικής (artha
shastra)
και του
ηδονισμού (kama
sutra).
Στο επόμενο
μέρος
γίνονται
αναφορές σε
πιο
εκλαϊκευμένες
φιλοσοφικό-κοινωνικές
εκφράσεις
όπως τις
συναντάμε
στα μεγάλα
ινδικά έπη
της
Ραμαγιάνα
και της
Μαχαμπαράτα,
τις
Πουράνες
και τις
Τάντρες. Ο
συγγραφέας
συνεχίζει
να στηρίζει
την
ιστορική
του
παρουσίαση
πάνω σε
δυτικές
πηγές αλλά
οι
χρονολογίες
στην ινδική
παράδοση
είναι πάντα
ρευστές και
σχετικές.
Στις
Πουράνες,
για
παράδειγμα,
που
χρονολογούνται
από τους
περισσότερους
δυτικούς
ιστορικούς
γύρω στον 5ο
αιώνα μ.Χ.
συναντάμε
ιστορίες
της Βεδικής
εποχής. Το
γεγονός
αυτό
υποδεικνύει
ότι η προφορική
ινδουιστική
παράδοση
συνέχισε να
μεταφέρεται
και να
εμπλουτίζεται
καθ' όλη την
διάρκεια
της
ιστορικής
της πορείας.
Στο
τέταρτο
μέρος του
βιβλίου
παρουσιάζονται
οι βασικές
αρχές των
έξη
ορθόδοξων
φιλοσοφικών
σχολών, που
ενώ
διαφωνούν
σε αρκετά
στοιχεία
όπως για
παράδειγμα
στην
ατομική
υπόσταση
της ψυχής
και στην
ύπαρξη του
θεού,
κατατάσσονται
όλες μαζί σε
μια
κατηγορία
καθώς
κάνουν
αποδεκτή
την
υπερβατική
αλήθεια των
Βεδών.
Αναλύονται.
επίσης, οι
βασικές
δοξασίες
των μεγάλων
σχολιαστών
της Βεδάντα
όπως είναι ο
απόλυτος μη-δυϊσμός
του Shankara,
ο θεϊσμός
του Ramanuja
αλλά και οι
δυιστικές
φιλοσοφίες
του Madhva
και άλλων.
Εδώ επίσης ο
συγγραφέας
αναλύει
βασικές
αρχές τις
ταντρικής
παράδοσης
που
επεξηγούν
τη σχέση της
ύπαρξης (Σάκτι)
και της
συνείδησης (Σίβα)
από τα
στάδια του
δυϊσμού
μέχρι την
απόλυτη
ταύτισή
τους στην
μονιστική
φιλοσοφία
του Κασμίρ
Σιβαϊσμού.
Στην
μεσαιωνική
ιστορία
κατατάσσονται
και οι
έντονες
επιρροές
του Ισλάμ,
ιδιαίτερα
στην
εξύμνηση
της αγάπης
και
αφοσίωσης
στον Θεό
που
διακρίνουμε
στα έργο του
Καμπίρ και
του Νανάκ. Η
παρατήρηση
του
συγγραφέα
στην
αποτυχούσα
συγκριτική
προσπάθεια
του Καμπίρ
είναι
μάλλον
ακραία όταν
ληφθεί
υπόψη ότι τα
ποιήματα
του
ανθρώπου,
που
αναζήτησε
και
εξέφρασε το
θείο πέρα
από τα στενά
ιδεολογικά
όρια των
θρησκειών,
συνεχίζουν
να
παραμένουν
δημοφιλή
τόσο στους
μουσουλμανικούς
όσο και
στους
ινδουιστικούς
κύκλους
μέχρι και
τις ημέρες
μας.
Στο
έκτο μέρος, ο
συγγραφέας
αναλύει τις
βασικές
αρχές των μη-ορθόδοξων
φιλοσοφικών
σχολών,
δηλαδή των
σχολών που
δεν
αποδέχονται
την
αυθεντία
των Βεδών.
Στις σχολές
αυτές
περιλαμβάνονται
οι
Σραμανικές
παραδόσεις
του
Τζαϊνισμού
και
Βουδισμού
καθώς και η
υλιστική
φιλοσοφία
του Charvaka.
Ο
συγγραφέας
περνά τον
Τζαϊνισμό
με ψηλά
γράμματα, αν
και το
κεφάλαιο
αυτό
απαιτεί
ιδιαίτερη
ανάλυση. Η
τζαϊνιστική
φιλοσοφία
διασώζει
μοναδικά
στοιχεία
της προ-βεδικής
σκέψης και
έχει
επηρεάσει
έντονα τις
ηθικές
αξίες της
μεταγενέστερης
ινδικής
φιλοσοφίας,
ιδιαίτερα
με την
προσθήκη
των yamas
και niyamas
στην γιόγκα
και την
καθιέρωση
της μη-βίας (ahimsa)
και
χορτοφαγίας
στον
ευρύτερο
ινδουιστικό
χώρο. Επίσης
παρεξηγημένος
είναι και ο
χαρακτηρισμός
της
υλιστικής
φιλοσοφίας
του Charvaka
ως "η
σπανιότερη
ινδική
φιλοσοφική
θεωρία"
καθώς η
επωνυμία "Lokayata",
με την οποία
έγινε
ευρύτερα
γνωστή η
παράδοση
αυτή,
υποδεικνύει
ότι η
ηδονιστική
φιλοσοφία
της ζωής
είχε μεγάλη
απήχηση
στον
ευρύτερο
λαό.
Το
μεγαλύτερο
τμήμα του
κεφαλαίου
είναι
αφιερωμένο
στον
Βουδισμό,
τον οποίο ο
συγγραφέας
θεωρεί ως
διαφορετική
παράδοση
από τον
ινδουισμό.
Εδώ
αναλύονται
οι
παραδόσεις
της
ατομικής
λύτρωσης
που
εκφράζεται
στην Hinayana
και το
αποκορύφωμα
του
ιδεώδους
του Bodhisattva,
στην
μεταγενέστερη
Mahayana,
όπου ο
βουδιστής
απόστολος
απαρνείται
την ατομική
λύτρωση
προς χάρη
της
σωτηρίας
της
ανθρωπότητας.
Στο
τελευταίο
τμήμα του
βιβλίου,
γίνεται μια
αναφορά
στην
επιρροή που
δέχθηκε η
ινδική
φιλοσοφία
μετά από την
συνάντησή
της με τον
δυτικό
κόσμο. Στον
φιλοσοφικό
χώρο
υπερτονίσθηκε
ο απόλυτος
μη-δυϊσμός
του Σάνκαρα
σε βάρος του
πολύχρωμου
πολυθεϊσμού
του
ινδουισμού,
ενώ
παράλληλα
έγιναν και
σημαντικές
επιρροές
στις
κοινωνικές
αξίες που
εισήγαγαν
οι κινήσεις
της Brahma
Samaj
του Raman
Mohan
Roy,
και του Ramakrishna
Vivekananda
στη
Βεγγάλη. Ως
αντίδραση
στις
ξενόφερτες
επιρροές
ήρθε η
αξιοσημείωτη
προσπάθεια
του Swami
Dayananda
για
επιστροφή
στη Βεδική
παράδοση,
που όμως
δεν άντεξε
στο πέρασμα
του χρόνου.
Μεγαλύτερη
διεθνή
αναγνώριση
είχε το έργο
του
Νομπελίστα
ποιητή Rabindranath
Tagore,
η πολιτική
παρουσία
του Mahatma
Gandhi,
η αγάπη στον
Υπεράνθρωπο
του Sri
Aurobindo
και η
ακαδημαϊκή
παρουσίαση
του
καθηγητή
και
Προέδρου
της Ινδικής
Δημοκρατίας,
S.
Radhakrishnan.
Ο
συγγραφέας
αποφεύγει
να κάνει
αναφορές
στο 'αμφιλεγόμενο'
έργο
σύγχρονων
ινδών
φιλοσόφων
αλλά
περιλαμβάνει
την Annie
Besant
που με την
αφοσίωση
της στην
ινδική
αναγέννηση
αποτελεί
ένα από τα
ελάχιστα
άτομα ξένης
προέλευσης
που
περιέλαβε η
Ινδική
φιλοσοφία
στα μέλη της.
Τελειώνοντας
θα ήθελα να
τονίσω ότι
με την
παρουσίαση
της 'Εισαγωγής
της Ινδικής
Φιλοσοφίας"
του Δημήτρη
Βελισσαρόπουρου,
ως πρώτου
βιβλίου στη
στήλη αυτή,
η ΕΛΙΝΕΠΑ
επιθυμεί να
εκφράσει
κατ' αρχήν
την
ευγνωμοσύνη
της στον
συγγραφέα
για το
γεγονός ότι
μετέφερε
την
φιλοσοφική
σκέψη της
ανατολής
κοντά στον
Έλληνα
αναγνώστη
με ένα
μοναδικά
κριτικό και
αντικειμενικό
τρόπο -
διαλύοντας
με τον τρόπο
αυτό πολλές
παρεξηγήσεις
που υπήρχαν
πάνω στο
θέμα αυτό,
και κατά
δεύτερο
λόγο να
τονίσει την
σπουδαιότητα
που δίδει
στον
διαπολιτιστικό
διάλογο, που
μπορεί να
αποδώσει
καρπούς
μόνο όταν
έχουν
κατανοηθεί
σωστά οι
αξίες και οι
προβληματισμοί
που
καθορίζουν
την ζωή των
συνανθρώπων
μας.
Δ.
Β.
|
|